δαπάνησις

δᾰπᾰν-ησις, εως, ,
A consuming, devouring, Aristeas 146.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαπάνησις — δαπάνησις, η (AM [δαπανώ] το να δαπανηθεί ή να καταναλωθεί κάτι …   Dictionary of Greek

  • δαπάνησις — consuming fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανήσει — δαπάνησις consuming fem nom/voc/acc dual (attic epic) δαπανήσεϊ , δαπάνησις consuming fem dat sg (epic) δαπάνησις consuming fem dat sg (attic ionic) δαπανάω spend aor subj act 3rd sg (attic epic ionic) δαπανάω spend fut ind mid 2nd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανήσεις — δαπάνησις consuming fem nom/voc pl (attic epic) δαπάνησις consuming fem nom/acc pl (attic) δαπανάω spend aor subj act 2nd sg (attic epic ionic) δαπανάω spend fut ind act 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπάνησιν — δαπάνησις consuming fem acc sg δαπανάω spend pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανήσεως — δαπανήσεω̆ς , δαπάνησις consuming fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανήσῃ — δαπανήσηι , δαπάνησις consuming fem dat sg (epic) δαπανάω spend aor subj mid 2nd sg (attic ionic) δαπανάω spend aor subj act 3rd sg (attic ionic) δαπανάω spend fut ind mid 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.